ρυτιδώδης

-ες / ῥυτιδώδης, -ῶδες, ΝΑ [ῥυτίς, -ίδος]
γεμάτος ρυτίδες, ρυτιδωμένος, ρυτιδιασμένος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυτιδώδης — wrinkled looking masc/fem acc pl (attic epic doric) ῥυτιδώδης wrinkled looking masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ῥυτιδώδης wrinkled looking masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυτιδωδέστερον — ῥυτιδώδης wrinkled looking adverbial comp ῥυτιδώδης wrinkled looking masc acc comp sg ῥυτιδώδης wrinkled looking neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυτιδώδη — ῥυτιδώδης wrinkled looking neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ῥυτιδώδης wrinkled looking masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ῥυτιδώδης wrinkled looking masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυτιδῶδες — ῥυτιδώδης wrinkled looking masc/fem voc sg ῥυτιδώδης wrinkled looking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυτιδώδεας — ῥυτιδώδης wrinkled looking masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.